Με αυτό το άρθρο ξεκινάω μια σειρά από post σχετικά με την ορολογία και επεξήγηση κάποιων ουσιών, οι οποίες ανευρίσκονται σε πληθώρα καλλυντικών παρασκευασμάτων, τόσο αισθητικών (για την περιποίηση του δέρματος), όσο και προϊόντων που αφορούν το μακιγιάζ (για το χρωματισμό του δέρματος).
Η Αλόη είναι φυτική ουσία αρκετά παλαιάς προέλευσης με ευρεία χρήση όσον αφορά την κοσμετολογία. Κυρίως η χρήση της είναι μαλακτική και μπορεί να χρησιμοποιηθεί π.χ σε κρέμες ημέρας μέχρι και σε οδοντόπαστες!

Aloe Vera
Είναι υδατικό διάλυμα και μπορεί να ενσωματωθεί σε κρέμες, πάστες, γαλακτώματα, λοσιόν, ελαιώδη διαλύματα και γέλες (gels).
Οι αλόες aloe sacotrine, curacao ή vera ή barbadensis και cape aloe αναφέρονται και αφορούν φυτά της οικογένειας Lily. Το φυτό aloe αναπτύσσεται στην Ανατολική Αφρική, χαρακτηρίζεται από σαρκώδη φύλλα και τα άνθη του είναι ερυθρού ή κίτρινου χρώματος.
Η αλόη διατίθεται σε :
α) Εκχύλισμα αλόης (προϊόν πεπίεσης των φύλλων της).
β) Γέλη (gel) αλόης (περί το 95% περιέχει νερό και 20 αμινοξέα).
Ιδιότητες:

Άνθος Aloe Vera
α) Αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες (ιδανική για επούλωση τραυμάτων αλλά και καταστολής κνησμού).
β) Απορροφά τις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου (ιδανική ως αντιηλιακό αλλά και ως προϊόν γιά την περιποίηση του δέρματος μετά την έκθεση του στην ηλιακή ακτινοβολία).
γ) Μαλακτικές ιδιότητες (ιδανική για ξηρό αλλά και ταλαιπωρημένο δέρμα, επίσης ενδείκνυται για την προστασία του ώριμου δέρματος).
δ) Δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες αλλά πιθανώς να εμφανιστεί τοπικός ερεθισμός.
(Φωτογραφίες: RaeA, valkie76)
Tags: aloe, aloe vera, αλόη, Ορολογία